‹ Αρχική σελίδα  
 

Άνθρωπος και θεός

Από την ενότητα «Η ΕΚΔΗΛΩΣΗ ΤΗΣ ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΟΤΗΤΑΣ» (Απόσπασμα από το βιβλίο «Άνθρωπος και Θεός»)

«…Η εμφάνιση του γεγονότος της θρησκειοποίησης της ανάγκης έκφρασης της θρησκευτικότητας, οδήγησε σ’ ένα πλέγμα σχέσεων εξουσιαστών και εξουσιαζόμενων. Απ’ την αρχή οι ιερείς, που θεωρήθηκαν οι άμεσοι συνομιλητές και εκπρόσωποι των θεϊκών δυνάμεων, ασκούσαν τόσο μεγάλη εξουσιαστική επιρροή στις ανθρώπινες κοινωνίες, που σε πολλές περιπτώσεις η εξουσία τους ήταν ισχυρότερη ακόμα κι απ’ αυτή που εκφράζανε οι θεσμοί της πολιτικής διακυβέρνησης. Το φαινόμενο αυτό μπορεί να βρει την εξήγησή του στις ιδιαιτερότητες που παρουσιάζει η ανθρώπινη φύση: Απ’ τη μια έχουμε την ανάγκη κατοχύρωσης ενός κοινωνικά ισχυρού θρησκευτικού θεσμού με την επιβεβαίωση της αυθεντίας του ιερατείου να εκφράζει τη θεία βούληση, «μεταφέροντας» εντολές κι επιβάλλοντας κανόνες συμπεριφοράς, κι απ’ την άλλη υπάρχει ο άνθρωπος που αναγνωρίζει αυτή την αυθεντία, γιατί έχει ανάγκη και επιθυμεί να υπακούσει στις θείες εντολές και να ακολουθήσει τους κανόνες που οδηγούν στην ελπίδα, αν όχι στη βεβαιότητα, διαιώνισης της ύπαρξής του. Έτσι λοιπόν, από τότε που έγινε δυνατή η με οποιονδήποτε τρόπο γραπτή αποτύπωση του λόγου, η Θεία βούληση εκφράζεται και αποτυπώνεται σε παραινέσεις, κανόνες κι εντολές που αναγράφονται στα ιερά βιβλία της κάθε θρησκευτικής εκδοχής, που βρέθηκαν στην κατοχή του κάθε ιερατείου σαν Θεόσταλτα ή Θεόπνευστα.

Η διαχρονική έννοια της θρησκείας, σ’ όλες τις ιδιάζουσες εκφάνσεις κι εκδοχές σε τοπικό – εθνικό – κοινωνικό επίπεδο, περιλαμβάνει πάντοτε την αέναη πάλη των δυνάμεων του καλού και του κακού. Απ’ την απαρχή της ύπαρξής του ο άνθρωπος αντιλαμβάνεται και οριοθετεί κάθε τι που συνθέτει, επηρεάζει και διαμορφώνει την οντολογική του ενότητα στη καθημερινότητα της ζωής του (γεγονότα και καταστάσεις), σαν «ενέργειες» που ανταποκρίνονται ή οφείλονται σε μια από τις δυο υπέρτερες δυνάμεις. Προκειμένου λοιπόν να μπορεί να εκφράσει την ενστικτώδη θρησκευτικότητα, και για να έχει την όσο γίνεται μεγαλύτερη βεβαιότητα ανταπόκρισης στα κελεύσματα του Καλού, προσδοκώντας την ανάλογη αξιομισθία, είναι πρόθυμος ο άνθρωπος να πειθαρχήσει στους κανόνες και να ακολουθήσει τη «λογική» των θρησκευτικών αποκαλύψεων, όπως αναφέρονται στην ιερή παράδοση που μεταφέρεται και διδάσκεται από τους ιερείς, κι όπως αναγράφονται στα θεόπνευστα ιερά βιβλία. Το γεγονός ότι πολλά απ’ όσα αναγράφονται στα βιβλία αυτά υπερβαίνουν τα όρια της γνωστής φυσικής πραγματικότητας και της συμβατικής λογικής αποδεικτικής επεξεργασίας, δεν τίθεται στη κρίση του πιστού αλλά, τουναντίον, όλ’ αυτά λειτουργούν σαν αυθεντικές μεταφυσικές βεβαιότητες, που οδηγούν σε λυτρωτικές λύσεις και διεξόδους. Μια λογική εξήγηση για την αποδοχή των μεταφυσικών βεβαιοτήτων και τη παραίτηση από το κύρος των λογικών αποδείξεων είναι ακριβώς το γεγονός ότι, ενώ η συμβατική φυσική και λογική εμπειρία οδηγούν στη βεβαιότητα του οριστικού τέλους της ατομικής ύπαρξης, δηλαδή στην επαναφορά από το είναι στο μη είναι, η θρησκευτική μεταφυσική πρόταση παρέχει τη βεβαιότητα μιας, έστω και διαφορετικής, συνέχειας του είναι. Έτσι, η αρχικά άλογη παραίτηση από τις κοινές μεθόδους επαλήθευσης της γνώσης, που οδηγεί στην αποδοχή των μεταφυσικών βεβαιοτήτων της θρησκείας, αποκτά ένα λογικό υπόβαθρο που αφορά μια υποκειμενική νοητική επιλογή. Εδώ λοιπόν αποκτά νόημα η φράση: «πιστεύω γιατί είναι παράλογο» (credo quia absurdum). Ο χαρακτηρισμός του παράλογου αφορά τη πίστη στην ύπαρξη μιας πραγματικότητας πέρα απ’ τη φυσική. Ο πιστός της θρησκευτικής μεταφυσικής πραγματικότητας μπορεί να ισχυριστεί ότι η επιβεβαίωση της λογικότητας που έχει αυτή η πίστη, προκύπτει και από τα ειδικά φυσικά προσόντα που διαθέτει το ανθρώπινο ον, για να έχει τη δυνατότητα αντίληψης της πραγματικότητας που υπάρχει μετά τη φυσική. Το συναίσθημα, η ενόραση και η έκσταση είναι ιδιαίτερα φυσικά προσόντα, φυσικές δυνατότητες του έλλογου ανθρώπινου όντος, που επισημαίνουν τη μοναδικότητά του και μπορούν να οδηγήσουν στην αντίληψη μιας άλλης πραγματικότητας. Σαν μια παρατήρηση πάνω σ’ αυτό, μπορεί να ειπωθεί ότι το «μέγεθος» του συναισθήματος και των ενορατικών ή εκστατικών καταστάσεων που μπορεί να προκύψουν απ’ αυτό, είναι υποκειμενικές δυνατότητες που δεν αφορούν το σύνολο των ανθρώπων που θέλουν να πιστεύουν σε θρησκευτικές μεταφυσικές βεβαιότητες»…

 

 
© Παπανικολάου Γιώργης Κείμενα - Εικόνες: Παπανικολάου Γιώργης Created by: Rise CC